13 Δεκ 2012

Ψαραντώνης


Ο Αντώνης ο Ξυλούρης είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση. Προφέροντας την παράδοση του τόπου του με έναν αυστηρά προσωπικό εκφραστικό κώδικα, έχει καταφέρει να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι έχουν γαλουχηθεί με τους όρους και τα πρότυπα της αστικής ζωής και πλήθος νοημάτων που φθάνουν στο σήμερα διερχόμενα μέσα από αιώνες ζύμωσης στον καθαρό αέρα της ελληνικής υπαίθρου. Αυτή η γέφυρα είναι που πιθανώς κάνει τη μουσική του να ακούγεται το ίδιο άνετα σε έναν αμιγώς συναυλιακό χώρο όπως το Gagarin στο κέντρο μιας πόλης όπως η Αθήνα και σε ένα υπαίθριο πανηγύρι στον Ψηλορείτη.
Βεβαίως, η αναγνώριση που έχει λάβει διεθνώς (και από μουσικούς της εμβέλειας ενός Nick Cave), αλλά και ρηχά τσιτάτα του στυλ: «ο Τζίμι Χέντριξ της κρητικής λύρας», έχουν συμβάλει αρκετά στη διαμόρφωση του μύθου που σήμερα ζώνει τον Ανωγειανό τροβαδούρο. Αν και προσωπικώς ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να καταφεύγουμε στην εκτίμηση της αλλοδαπής ή σε αστείες (το λιγότερο) συγκρίσεις για να εκτιμήσουμε κάτι που έχει αφετηρία και προορισμό το εδώ. Αφήνω όμως το ζήτημα, διότι σηκώνει μπόλικη συζήτηση...
Psarntn_3Κάποια κλισέ πάντως που συνοδεύουν τη μουσική του Ψαραντώνη, μπορεί τελικά να μην είναι και τελείως αίολα. Οι τραγουδιστικοί βρυχηθμοί του, οι ηλεκτρικές εκκενώσεις που θαρρείς τον διαπερνάνε όταν το πάθος στην ερμηνεία του περισσεύει, η τραχύτητα των δοξαριών του, το όλον του τρόπου του με λίγα λόγια, μπορεί κανείς να το εκλάβει ως απευθείας επικοινωνία με το αρχέγονο εκείνο ένστικτο του μουσικού ο οποίος τραγουδά τα πάθη και τους καημούς του στις πλαγιές των ορέων, ως αντανάκλαση των νοημάτων και των (συν)αισθήσεων της ζωής στην ύπαιθρο και άλλα τέτοια ωραία.
Το σίγουρο πάντως είναι πως ο Ψαραντώνης έχει έναν μοναδικό τρόπο να διασπά την κανονικότητα. Ή ακριβέστερα να δημιουργεί μία δική του. Οι χρόνοι, τα μέτρα, οι ρυθμοί δεν δημιουργούν ένα προκάτ καλούπι, αλλά κάτι που επαναπροσδιορίζεται την στιγμή της επιτέλεσης. Έτσι, το παίξιμό του στη λύρα άλλες φορές ακολουθεί όλον τον μελωδικό δρόμο, άλλες προφέρει μια μισοτελειωμένη φράση, ενώ σε άλλες διεμβολίζει τη μελωδία με χτυπήματα στο ξύλο της λύρας. Ομοίως, ορισμένες από τις εκτελέσεις που ακούστηκαν το Σάββατο στο Gagarin έληγαν τη στιγμή που ήσουν βέβαιος πως βρίσκονταν στα μέσα, ενώ άλλες που τις νόμιζες ήδη τελειωμένες συνέχιζαν. Χαρακτηριστικές υπήρξαν επίσης οι (έντονες) παροτρύνσεις στον βασικό λαουτίστα του, τον Νεκτάριο Κοντογιάννη, να δώσει επιπλέον ώθηση στο τέμπο του ή οι αρκετές φορές που με ένα του νόημα ο Ψαραντώνης χαμήλωνε την υπόλοιπη ορχήστρα, ώστε να απομείνει μόνος με τους ψιθύρους του. Υπήρχε πάντοτε κάτι που υποδείκνυε πως ό,τι ακούγαμε ήταν προϊόν της στιγμής· εκτελέσεις προϋπαρχόντων τραγουδιών και σκοπών οι οποίες γονιμοποιούνταν εκεί, μπροστά μας, με σπέρμα ό,τι συγκροτεί την ιδιοσυγκρασία του Κρητικού μουσικού. Τούτο, άλλωστε, στέκει σε αντιστοιχία με την τοποθέτηση του Ψαραντώνη επί της παράδοσης: οι αναφορές του δεν είναι μουσειακό έκθεμα, σε κάτι που απαγορεύεται να αγγίξεις, μα βρίσκονται σε μία παράδοση ζώσα και δρούσα στο εδώ και στο τώρα.
Psarntn_2
Κι αν όλα τούτα έβγαζαν καμιά φορά στην επιφάνεια μια μικρή αμηχανία (λ.χ. σε κάποιες στιγμές που έψαχνε ένα γρηγορότερο τέμπο), κανείς δεν λέει πως η μουσική οφείλει στον εαυτό της την εντέλεια. Άλλωστε όταν διαμορφώνεις κάτι επί σκηνής, δεν είναι το αψεγάδιαστο αυτό που κυνηγάς, μα ο τρόπος για να εμφυσήσεις στο ζωντανό δημιούργημα όσα νοήματα επιθυμείς. Και σε αυτό το επίπεδο θαρρώ πως κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει· ο Ψαραντώνης είναι μάστορας από τους λίγους.
Psarntn_4
Έχοντας στο πλευρό του μια τετραμελή κομπανία (η κόρη του Νίκη Ξυλούρη σε κρουστά και φωνή, ο υιός Λάμπης Ξυλούρης σε ούτι και φωνή, ο Νεκτάριος Κοντογιάννης στο λαούτο κι ένας ακόμα λαουτίστας, τα στοιχεία του οποίου δεν μπόρεσα να αλιεύσω από πουθενά –ας με συγχωρήσετε εσείς και εκείνος), η οποία μοιραζόταν με τον Ψαραντώνη τη γνώση αυτών των εκφραστικών δρόμων, κατάφεραν να παραδώσουν στιγμές που όχι μόνον έπειθαν για τα παραπάνω, μα εμποτίζονταν και με την απαιτούμενη μεταδοτικότητα (είτε αυτό που μεταδιδόταν ήταν η εκρηκτικότητα, είτε η εσωτερικότητά τους). Ανακαλώ επί παραδείγματι τα “Θ’ Ανεβώ Στον Ουρανό”, “Τίγρη”, “Παλιό Κρασί Είν’ Η Σκέψη Μου”, “Αγρίμια Κι Αγριμάκια μου”, “Μαζί Χαρά Και Λύπη” ή φυσικά το (δυστυχώς) πάντα επίκαιρο “Πότε Θα Κάμει Ξαστεριά”, αν και τέτοια παραδείγματα μέσα στη σχεδόν τρίωρη εμφάνιση του Ψαραντώνη, υπήρξανε αρκετά. 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου